Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

Επανάληψη στην ενότητα 11



ΟΙ ΕΓΚΛΙΣΕΙΣ
Τα ρήματα παίρνουν διάφορες μορφές και μας βοηθούν άλλες φορές να εκφράσουμε μια ευχή  και άλλες φορές να δώσουμε μια εντολή, μια προσταγή.
π.χ.: Ο πατέρας πηγαίνει στη δουλειά. (είναι κάτι πραγματικό)
       Θα ήθελα να πήγαινα εκδρομή. (είναι μια επιθυμία) 
       Πήγαινε. (είναι μια προσταγή)
Οι διάφορες μορφές που παίρνουν τα ρήματα λέγονται εγκλίσεις.
    Οι εγκλίσεις είναι οι παρακάτω:

ΟΡΙΣΤΙΚΗ:
Χρησιμοποιούμε την οριστική, όταν θέλουμε να περιγράψουμε ένα γεγονός ή μια κατάσταση στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον. Στην οριστική συναντούμε όλους τους χρόνους. Για να σχηματίσουμε την άρνηση, χρησιμοποιούμε το δεν.
π.χ. Θα γράψω το γράμμα απόψε. - Δε θα γράψω το γράμμα απόψε.

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ:
Χρησιμοποιούμε την υποτακτική, όταν θέλουμε να εκφράσουμε ευχή, επιθυμία, εναντίωση, παραχώρηση, προσταγή (με ευγενικό τρόπο).  Χαρακτηριστικό της υποτακτικής είναι η χρήση των μορίων να ή ας. Στην υποτακτική συναντούμε τους χρόνους Ενεστώτα, Αόριστο και Παρακείμενο. Για να σχηματίσουμε την άρνηση, χρησιμοποιούμε το μην.
π.χ. Να έρθω στο σπίτι σου απόψε; -  Να μην έρθω στο σπίτι σου απόψε;
       Ας του το έλεγες! - Ας μην του το έλεγες!

ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ:
Χρησιμοποιούμε την προστακτική, για να εκφράσουμε προσταγή ή διαταγή. Προστακτική συναντούμε μόνο στον Ενεστώτα και τον Αόριστο και μόνο στο β’ πρόσωπο ενικού και πληθυντικού αριθμού (δηλ. εσύ και εσείς).
π.χ. Σβήνε το φως όταν βγαίνεις από το δωμάτιο.
        Βγαίνετε έξω από την τάξη την ώρα του διαλείμματος.

ΠΡΟΣΕΞΤΕ  ΤΟΝ  ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΚΟ  ΚΑΝΟΝΑ  ΤΩΝ  ΚΑΤΑΛΗΞΕΩΝ
v   Οι καταλήξεις της προστακτικής γράφονται έτσι όπως γράφονται και στον Ενεστώτα (π.χ. η προστακτική του σκαλίζω θα είναι: εσύ σκάλισε-εσείς σκαλίστε με γιώτα, η προστακτική του λύνω θα είναι: εσύ λύσε-εσείς λύστε με ύψιλον, του κλείνω: εσύ κλείσε-εσείς κλείστε κ.λ.π.)
v   Τα ρήματα β΄συζυγίας που τελειώνουν σε –ώ γράφονται πάντα με ήτα(η)  (π.χ. η προστακτική του αγαπώ θα είναι: εσύ αγάπησε-εσείς αγαπήστε)
v   Τα ρήματα της παθητικής φωνής (σε: -μαι), στην προστακτική γράφονται με έψιλον γιώτα (ει) π.χ. η προστακτική του κοιμάμαι θα είναι: εσύ κοιμήσου – εσείς κοιμηθείτε.

Εγκλίσεις θεωρούνται και το απαρέμφατο και η μετοχή.
Απαρέμφατο: είναι άκλιτο και μας χρησιμεύει να σχηματίζουμε τους συντελεσμένους χρόνου των ρημάτων (παρακείμενος, υπερσυντέλικος, συντελεσμένος μέλλοντας). Π. χ. Έχω λύσει τις ασκήσεις.
Το απαρέμφατο σχηματίζεται μόνο στον Αόριστο.
Η Μετοχή είναι ρηματικός τύπος, άκλιτος στην Ενεργητική φωνή (λύνοντας, αγαπώντας), και κλιτός στην παθητική
( λυμένος-αγαπημένος ).  Π.χ. Ήρθα τρέχοντας και έφτασα κουρασμένος.
• Υπάρχουν ορισμένα ρήματα που σχηματίζουν την οριστική και κατ' επέ­κταση την υποτακτική και την προστακτική αορίστου διαφορετικά απ' ό,τι συμβαίνει συνήθως. Τα ρήματα αυτά είναι τα εξής:
Ενεστώτας                                             Αόριστος
Οριστική                         Οριστική              Υποτακτική            Προστακτική          
ανεβαίνω                                   ανέβηκα                    να ανέβω ή                  ανέβα
                               να ανεβώ                    ανεβείτε
βγαίνω                                        βγήκα                     να βγω ή                    βγες ή έβγα
                            νά βγω                       βγείτε
βλέπω                                         είδα                        να δω ή                     δες (ιδές)
                               να ιδώ                        δείτε ή δέ(σ)τε
     βρίσκω                                        βρήκα                        να βρω ή                      βρες
                                να  βρω                       βρείτε
έρχομαι                                        ήρθα                       να έρθω ή                      έλα
                          να 'ρθω ή να 'ρθω           ελάτε
κατεβαίνω                                  κατέβηκα                  να κατέβω ή                  κατέβα
                                                                να κατεβώ                     κατεβείτε
     λέ(γ)ω                                         είπα                      να πω ή                            πες
                            να ειπώ                        πείτε ή πέστε
     μπαίνω                                        μπήκα                    να μπω ή                    μπες ή έμπα
                             να μπω                             μπείτε
παίρνω                                        πήρα                     να πάρω                         πάρε
                                                                      πάρ(ε)τε                   
     πηγαίνω                                      πήγα                      να πάω                          πήγαινε
                                                                                                                      πηγαίν(ε)τε
                                                                                                                      ή πάτε                      
πίνω                                            ήπια                       να πιω                         πιες (πιε)
                      πιείτε ή πιέ(σ)τε
τρώ(γ)ω                                      έφαγα                    να φά(γ)ω                        φάε
                                                                                                                          φάτε                          


                                                ΣΥΛΛΑΒΙΣΜΟΣ
θυμίσου:

Ø       Ένα σύμφωνο ανάμεσα σε δύο φωνήεντα πάει πάντα με το δεύτερο φωνήεν. π.χ. πέ-τα
Ø       Δύο ή τρία  σύμφωνα ανάμεσα σε δύο φωνήεντα πάνε με το δεύτερο φωνήεν μόνο αν αρχίζει ελληνική λέξη απ’ αυτά, διαφορετικά χωρίζονται.
            π.χ.  για-τρός (πάνε μαζί γιατί υπάρχει λέξη που να αρχίζει από τρ όπως τρώω)
                    άρ-τος  (χωρίζονται γιατί δεν υπάρχει λέξη από ρτ )
Ø       Δύο όμοια σύμφωνα πάντα χωρίζονται π.χ. άλ-λος
Ø       Οι δίφθογγοι (αι, αη, οι, οη,…) , οι συνδυασμοί (αυ-ευ) , τα δίψηφα φωνήεντα (αι, οι, ει, υι, ου) και τα δίψηφα σύμφωνα (μπ, ντ, γκ, τσ, τζ) δε χωρίζονται ποτέ

                         ΑΠΡΟΣΩΠΑ ΡΗΜΑΤΑ
Απρόσωπα λέγονται τα ρήματα που χρησιμοποιούνται στο γ' ενικό πρόσωπο και δεν έχουν υποκείμενο κάποιο πρόσωπο, πράγμα ή αντωνυμία, αλλά παίρνουν ως υποκείμενο μια δευτερεύουσα ονοματική πρόταση, δηλαδή:
          ειδική (ότι, πως), π.χ. Ακούγεται ότι θα χιονίσει.
          βουλητική (να), π.χ. Ενδέχεται   :: μη σου τηλεφωνήσει.
          ενδοιαστική (μήπως), π.χ. Φοβάται μήπως τιμωρηθεί αυστηρά.
          πλάγια ερωτηματική (αν, ό,τι), π.γ. Δε με νοιάζει ό.τι και αν λέει για μένα.

Τα κυριότερα απρόσωπα ρήματα είναι:
α)  πρέπει, πρόκειται, συμφέρει, συμβαίνει, ενδέχεται, φαίνεται   
β)  τα ρήματα που φανερώνουν φυσικά φαινόμενα  βρέχει, χιονίζει, βραδιάζει, ξημερώνει,  χειμωνιάζει
γ)  το γ΄ ενικό πρόσωπο των ρημάτων  είμαι, έχω, κάνω, περνώ 

Υπάρχουν ακόμη και κάποιες απρόσωπες εκφράσεις που αποτελούνται από το ρήμα:
                     είναι + επίθετο σε ουδέτερο γένος ή παθητική μετοχή
Π.χ.   Είναι κακό να κατηγορείς τους άλλους άδικα.
               Είναι συνηθισμένο να συναντά κανείς εμπόδια στη ζωή του.
                     είναι  ή υπάρχει + ουσιαστικό
      Π.χ.   Υπάρχει φόβος μήπως γίνει σεισμός.
          Τέτοιες απρόσωπες εκφράσεις είναι οι εξής: είναι καλό, είναι δίκαιο, είναι άδικο,
         είναι σωστό, αλήθεια είναι, είναι κρίμα, είναι γεγονός, είναι ώρα


ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΣΤΟΝ ΑΟΡΙΣΤΟ
Τα ρήματα που τελειώνουν σε -ήνω και –ύνω σχηματίζουν τον αόριστο σε -ησα και -υσα.
Π.χ.   ψήνω - εφ     , λύνω - έλυσα
Τα ρήματα που τελειώνουν σε -είνω αλλά και τα ρήματα που γράφονται και στον ενεστώτα  με  -ει-  στην παραλήγουσα σχηματίζουν τον αόριστο σε -εισα.
Π.χ.   κλείνω - έκλεισα Ο
Τα ρήματα που τελειώνουν σε -ύω, -ύζω  και -ύνω σχηματίζουν  τον αόριστο σε -υσα.
Π.χ.   ισχύω - ίσχυσα., δακρύζω - δάκρυσα, φτύνω - έφτ
Τα ρήματα που τελειώνουν σε -ίζω και -άρω σχηματίζουν τον αόριστο σε -ισα και  τα ρήματα σε -οίζω έχουν αόριστο σε -οισα.
Π.χ.   αρχίζω - άρχισα    , προβάρω - προβάρισα, αθροίζω - άθροισα
Προσοχή: δανείζω - δάνεισα, πρήζω - έπρηξα, πήζω - έπηξα
 Η δεύτερη συζυγία περιλαμβάνει ρήματα που τονίζονται στη λήγουσα, π.χ. χτυπώ.
Αυτά σχηματίζουν τον αόριστο σε -ησα, π.χ. τρυπώ - τρύπησα, ζητώ - ζήτησα.
Εξαιρούνται και γράφονται με -υ- τα ρήματα μεθώ - μέθυσα, μηνώ - μήνυσα

                   ΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΛΗΞΕΙΣ -είτε και -είται, -είστε και -ήστε
v   -είτε / -είται
-είτε: Η κατάληξη αυτή συναντάται στο β' πληθυντικό πρόσωπο του ενεστώ­τα ενεργητικής φωνής στην οριστική, την υποτακτική και την προστακτική και στο β' πληθυντικό πρόσωπο του παθητικού αορίστου στην υποτακτική και την προστακτική.
Ενεστώτας ενεργετικής φωνής                                            παθητικός αόριστος

οριστική
υποτακτική
προστακτική
εγώ θεωρώ
να θεωρώ

εσύ θεωρείς
να  θεωρείς
θεωρεί
αυτός θεωρεί
να θεωρεί

εμείς θεωρούμε
να θεωρούμε

εσείς θεωρείτε
να θεωρείτε
θεωρείτε
αυτοί θεωρούν
να θεωρούν

οριστική
προστακτική
να θεωρηθώ

να θεωρηθείς
θεωρήσου
να θεωρηθεί

να θεωρηθούμε

να θεωρηθείτε
θεωρηθείτε
να θεωρηθούν

                







-είται: Η κατάληξη αυτή συναντάται στο γ' ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της παθητικής φωνής στην οριστική και την υποτακτική
Ενεστώτας παθητικής φωνής                                    
οριστική
υποτακτική
εγώ στερούμαι
να  στερούμαι
εσύ  στερείσαι
να  στερείσαι
αυτός στερείται
να  στερείται
εμείς στερούμαστε
να  στερούμαστε
εσείς στερείστε
να  στερείστε
αυτοί στερούνται
να  στερούνται
Επομένως: ποιοι;εσείς-είτε
            ποιος; αυτός -ή -ό -είται
π.χ. Εσείς θρηνείτε το χαμό του παππού σας εδώ και καιρό.
      Μην προκαλείτε την τύχη σας.
      Μπορείτε να έρθετε μέσα;
     Παρακαλείται ο κύριος Νικολάου να έρθει στα εκδοτήρια.
Δεν πρέπει ένα παιδί να στερείται τροφή και στοργή.

v   -ήστε/-είστε
-ήστε: Η κατάληξη αυτή συναντάται στο β' πληθυντικό πρόσωπο του αορίστου ενεργητικής φωνής στην προστακτική των ρημάτων β' συζυγίας.
π.χ. ανησυχώ -> ανησυχήοτε
      τακτοποιώ -> τσκτοποιήοτε
-είστε: Η κατάληξη αυτή συναντάται στο β' πληθυντικό πρόσωπο του ενε­στώτα της παθητικής φωνής στην οριστική και την υποτακτική των ρημάτων β' συζυγίας που λήγουν σε -ούμαι.
οριστική
υποτακτική
εγώ μιμούμαι
να  μιμούμαι
εσύ  μιμείσαι
να  μιμείσαι
αυτός μιμείται
να  μιμείται
εμείς μιμούμαστε
να  μιμούμαστε
εσείς μιμείστε
να  μιμείστε
αυτοί μιμούνται
να  μιμούνται

ΠΡΟΣΟΧΗ:
Εσείς ικανοποιείστε με την αύξηση που μας δίνουν;
 «Ικανοποιήστε τα αιτήματα μας για αυξήσεις» φώναζαν οι απεργοί



                                                          ΕΠΙΘΕΤΑ σε –ος, -ο

Μερικά επίθετα, που προέρχονται από τα αρχαία ελληνικά, έχουν δύο γένη: ένα για το αρσενικό και το θηλυκό και ένα για το ουδέτερο. Αυτά κλίνονται ως εξής:
                                                       Ενικός αριθμός
                         αρσενικό/θηλυκό               ουδέτερο
Ονομαστική             ο/η        αριστούχος                 το  αριστούχο
Γενική                  του/της  αριστούχου                  του αριστούχου
Αιτιατική              τον/την    αριστούχο                      το  αριστούχο
Κλητική                          αριστούχε                         αριστούχο
                                   Πληθυντικός αριθμός
                                               αρσενικό/θηλυκό                    ουδέτερο
Ονομαστική              οι        αριστούχοι                    τα  αριστούχα
Γενική                  των       αριστούχων               των αριστούχων
Αιτιατική              τους/τις αριστούχους                 τα  αριστούχα
Κλητική                         αριστούχοι                        αριστούχα

      ΕΠΙΘΕΤΑ σε –ων, -ούσα,-ον
Τα επίθετα που λήγουν σε -ων, -ούσα, -ον προέρχονται από τις μετοχές της ενεργητικής φωνής ρημάτων της αρχαιοελληνικής γλώσσας και κλίνονται ως εξής:

                                                   Ενικός αριθμός
                   αρσενικό              θηλυκό                ουδέτερο
Ονομαστική          ο     υπάρχων               η    υπάρχουσα            το   υπάρχον
Γενική              του  υπάρχοντος          της  υπάρχουσας          του υπάρχοντος
Αιτιατική           τον   υπάρχοντα            την  υπάρχουσα           το  υπάρχον
Κλητική                     -                            -                                      -
                                 Πληθυντικός αριθμός
                                      αρσενικό              θηλυκό                      ουδέτερο
Ονομαστική         οι    υπάρχοντες           οι  υπάρχουσες              τα   υπάρχοντα
Γενική             των  υπαρχόντων         των υπαρχουσών            των υπαρχόντων 
Αιτιατική          τους  υπάρχοντες          τις υπάρχουσες              τα   υπάρχοντα
Κλητική                   -                     -                                   -

                                            ΣΧΗΜΑΤΑ ΛΟΓΟΥ
α) Παρομοίωση
Παρομοίωση είναι το σχήμα λόγου με το οποίο συγκρίνουμε, παρομοιάζουμε κάτι με κάτι άλλο που είναι πολύ γνωστό για μια συγκεκριμένη ιδιότητα. π.χ.   Ξέρουμε ότι το αηδόνι κελαηδάει πάρα πολύ γλυκά και ωραία. Αν πούμε: Η Δήμητρα τραγουδάει σαν αηδόνι, εννοούμε ότι η Δήμητρα τραγου­δάει πάρα πολύ γλυκά και ωραία.
β) Μεταφορά
Μεταφορά είναι το σχήμα λόγου με το οποίο η σημασία μιας λέξης διευρύνεται και ενώ αρχικά περιγράφει κάτι, μεταφέρεται για να περιγράψει κάτι άλλο. π.χ.  Αγόρασα ένα χρυσό ρολόι. Ο Πέτρος είναι χρυσό παιδί. Η λέξη «χρυσό» μεταφέρεται στον Πέτρο για να δείξει πόσο καλός και σπουδαίος είναι.